Άρθρα

Λήμμα του μήνα

ΣΤΟΛΚΑΡΩ

στολκάρω [stolkáro]           

[ΑΟΡ στόλκαρα και στολκάρισα (απρμ. (μόνο) στολκάρει)]

(ρ. Ρμαρκάρωα).

(κυρίως στη διαδικτυακή αργκό)

ΜΤΒ (+αιτ.)

Παρακολουθώ συνεχώς και με μανία τον λογαριασμό που έχει κάποιος σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης (φέισμπουκ, τουίτερ κτλ.), κυρίως επειδή έχω αισθηματικό ενδιαφέρον ή περιέργεια γι’ αυτόν κι επιθυμώ να μάθω πλήρως όλες τις κινήσεις του, τις επαφές του με άλλους, τις συνήθειές του κτλ.

Την είχε πατήσει άγρια μαζί της και περνούσε τον χρόνο του στολκάροντας το προφίλ της στο φέισμπουκ

Έχω μια κουτσομπόλα ξαδέλφη που μονίμως στολκάρει τον λογαριασμό μου στο τουίτερ